Περιοχή
Η Κυπαρισσία, στη δυτική Μεσσηνία, είναι ένας τόπος όπου η φύση, η ιστορία και η
καλλιέργεια συνυπάρχουν αρμονικά εδώ και αιώνες. Χτισμένη ανάμεσα στο Ιόνιο
Πέλαγος και τους ήπιους λόφους της μεσσηνιακής γης, η περιοχή διαθέτει ένα
μοναδικό μικροκλίμα που ευνοεί την αγροτική παραγωγή και ιδιαίτερα την
καλλιέργεια της ελιάς.

Η σχέση της Κυπαρισσίας με τη γη είναι διαχρονική. Από την αρχαιότητα έως τα
βυζαντινά και νεότερα χρόνια, ο τόπος αυτός υπήρξε χώρος καλλιέργειας,
ανταλλαγής και παραγωγής. Για πολλούς αιώνες ήταν γνωστός ως Αρκαδιά, ένα
όνομα που συνδέθηκε με ανθρώπους της ενδοχώρας που εγκαταστάθηκαν εδώ,
καλλιέργησαν τη γη και αξιοποίησαν τον φυσικό πλούτο της περιοχής. Η ιστορία
αυτή παραμένει ζωντανή μέσα στο τοπίο, στους ελαιώνες και στις αγροτικές
παραδόσεις που συνεχίζονται μέχρι σήμερα.
Το ήπιο κλίμα, τα εύφορα εδάφη και η εγγύτητα στη θάλασσα δημιουργούν ιδανικές
συνθήκες για την παραγωγή ποιοτικών αγροτικών προϊόντων. Η ελιά Καλαμών
ΠΟΠ, που αποτελεί βασικό στοιχείο της τοπικής παραγωγής, εκφράζει με τον
καλύτερο τρόπο τη φυσική ταυτότητα της περιοχής και τη βαθιά γνώση των
ανθρώπων της γης.

Για εμάς στην Αρκαδιά – Ιωάννης Σταθόπουλος, η Κυπαρισσία δεν είναι απλώς ο τόπος δραστηριοποίησής μας. Είναι ο τόπος που μας διαμόρφωσε. Είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο μάθαμε να σεβόμαστε τη φύση, να καλλιεργούμε με υπομονή και να δίνουμε αξία στην ποιότητα και την αυθεντικότητα. Κάθε προϊόν μας φέρει μέσα του το χαρακτήρα αυτής της γης: την απλότητα, τη φροντίδα και τη διαχρονική αξία.
Η Κυπαρισσία είναι για εμάς σημείο αναφοράς και έμπνευσης. Ένας τόπος που μας θυμίζει καθημερινά ότι η ποιότητα ξεκινά από τη γη και ότι η αληθινή αξία βρίσκεται στη σχέση του ανθρώπου με τον τόπο του.
Η Ελιά - Ο καρπός της ελιάς
Σήμερα, η εμπορική παραγωγή ελιών εμφανίζεται γενικά σε δύο γεωγραφικές ζώνες σε όλο τον κόσμο, μεταξύ 30º και 45º (Βορράς και Νότος), όπου οι κλιματολογικές συνθήκες για την καλλιέργεια και παραγωγή είναι ιδανικές. Το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής των ελιών πραγματοποιείται στη λεκάνη της Μεσογείου.

Ο καρπός της ελιάς από βοτανικής πλευράς ονομάζεται δρύπη, παρόμοια με το ροδάκινο ή το δαμάσκηνο.
Οι ελιές τείνουν να έχουν τη μέγιστη περιεκτικότητα σε λάδι (περίπου 20-30 τοις εκατό του φρέσκου βάρους) και το μέγιστο βάρος έξι έως οκτώ μήνες αφότου εμφανίζονται τα άνθη. Σε εκείνο το στάδιο είναι μαύρες και θα συνεχίσουν να είναι πάνω στο δέντρο για αρκετές εβδομάδες.
Οι φρέσκιες, μη επεξεργασμένες ελιές δεν είναι φαγώσιμες λόγω της έντονης πικρής γεύσης του καρπού που οφείλεται σε μία ουσία την ελαιοπικρίνη. Κατά την Ελληνική μέθοδο παρασκευής μαύρων ελιών η εξαφάνιση της πικρής γεύσης γίνεται με ζύμωση (βραδεία επίκρανση). Οι ελιές είναι βρώσιμες είτε ώριμες ε΄τε πράσινες.

Στις ημέρες μας, ο καλύτερος τύπος ελιών για τα τρόφιμα θεωρείται η ελληνική «Ελιά Καλαμών» (Ελιά Καλαμάτας). Είναι ποικιλία μεγαλόκαρπη, το σχήμα της είναι κυλινδροκωνικό και είναι κυρτωμένο στην κορυφή. Το χρώμα της ποικιλίας αυτής από πράσινο μεταβάλλεται σε πρασινοκόκκινο, ιώδες μέχρι και βαθύ μελανοϊώδες. Το μέγεθος του καρπόυ κυμαίνεται από 1,5 έως 2,5 εκατοστά.
Οι Ελιές Καλαμάτας είναι άριστης ποιότητας μαύρες ελιές χαρακωτές με ξίδι ή κρασί. Είναι πολύ συνεκτικές στο σάρκωμα, και γεύση πολύ καλή χαρακτηριστική της ποικιλίας. Η παρασκευή τους γίνεται με φυσικό τρόπο και χωρίς χημικά συντηρητικά. Αυτός ο τύπος ελιάς βρίσκεται αποκλειστικά στην Ελλάδα.
Η Κυπαρισσία, παλιά ονομασία Αρκαδιά, είναι μια πόλη περίπου 6.000 κατοίκων, 65 χλμ δυτικά της ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ. Η πόλη περιβάλλεται ολόκληρη σχεδόν από ελαιώνες και είναι γεωγραφικά μια ιδανική περιοχή για την παραγωγή των Ελιών Καλαμάτας και του Ελαιολάδου.
Στην Ελλάδα υπάρχουν δύο ακόμα σπουδαίες ποικιλίες επιτραπέζιων ελιών, η κονσερβοελιά και η ποικιλία Χαλκιδικής. Εκτός από αυτές τις ποικιλίες παρασκευάζονται επίσης επιτραπέζιες ελιές από τις ποικιλίες Μεγαρίτικη, Κορθέικη, Ηγουμενίτσας, Θρούμπα, Θάσου, Αλεξανδρούπολης και Μυτιλήνης.
Ο προσδιορισμός του μεγέθους του καρπού γίνεται βάση του αριθμού των καρπών που περιλαμβάνονται σε ένα κιλό.
Η Ελιά - Θεραπευτικές ιδιότητες
Ο χυμός της ελιάς, διαφορετικά γνωστός ως ελαιόλαδο, είναι μια εύγευστη πηγή αντιοξειδωτικών. Αυτό το λάδι είναι μονακόρεστο, και έχει μια θετική επίδραση στο επίπεδο χοληστερόλης στη ροή του αίματός μας. Τα μονοακόρεστα λίπη δεν θεωρούνται «ουσιαστικά», αλλά πρέπει να αποτελούν ένα σημαντικό μέρος της διατροφή μας. Το ελαιόλαδο ενεργεί για να αποτρέψει τη χοληστερόλη να κολλήσει στα τοιχώματα των αρτηριών μας και βοηθάει προκυμένου να ελέγθει το ζάχαρο του αίματος, ένα μεγάλο πλεονέκτημα σε μια ελεγχόμενη διατροφή με υδατάνθρακες. Τελικά, όταν είναι το ζάχαρο υπό έλεγχο, είναι υπό έλγχο και η ινσουλίνη, ένας τεράστιος αποθηκευτικός παράγοντας τροφίμων στον οργανισμό μας ως λίπος.
Οι ελιές περιέχουν ουσίες που πιστεύεται ότι μας βοηθούν ενάντια στον καρκίνο, τις πολυφαινόλες. Οι πολυφαινόλες δίνουν στην ελιά τη γεύση και το άρωμά της. Μία από τις πολυφαινόλες που βρίσκονται στις ελιές θεωρείται ότι ενεργεί ως αντιφλεγμονώδης.
Πλούσια σε αντιοξειδωτικά που ενδυναμώνει το ανοσοποιητικό σύστημα, η ελληνική διατροφή παρέχει συστατικά ενάντια του καρκίνου, υγιεινά ωμέγα-3 λιπαρά οξέα και καθαρτικές ίνες, όπου όλα αυτά βοηθούν να μειώσουμε τους κινδύνους συνδεομένων με τη διατροφή ασθενειών, συμπεριλαμβανομένων των καρδιακών παθήσεων, της παχυσαρκίας και του διαβήτη. Μια μελέτη του 2003 που πραγματοποιήθηκε από κοινού από τους ερευνητές στο πανεπιστήμιο της Αθήνας στην Ελλάδα και του πανεπιστημίου του Χάρβαρντ διαπίστωσε ότι οι άνθρωποι που κατανάλωσαν μια παραδοσιακή ελληνική διατροφή είχαν 33 τοις εκατό χαμηλότερο κίνδυνο για θάνατο από τις καρδιακές παθήσεις και 24 τοις εκατό χαμηλότερο κίνδυνο για θάνατο από τον καρκίνο.
Οι πολυάριθμες μελέτες, συμπεριλαμβανομένου και αυτής που δημοσιεύεται από την Αμερικανική Ένωση Καρδιάς, έχουν δείξει ότι οι άνθρωποι που ακολουθούν μία διατροφή με μονοακόρεστα λίπη, όπως η παραδοσιακή ελληνική διατροφή, έχουν έναν χαμηλότερο κίνδυνο για καρδιακές παθήσεις από τους ανθρώπους που τρώνε περισσότερα κορεσμένα λίπη, τα οποία περιέχονται στο βούτυρο και τη μαργαρίνη.
Οι ερευνητές επίσης διαπίστωσαν ότι οι άνθρωποι που καταναλώνουν το ελαιόλαδο έχουν επίσης χαμηλότερο κίνδυνο για άλλες ασθένειες. Οι μελέτες που πραγματοποιούνται στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ τμήμα Δημόσιας Υγείας δείχνουν μια σύνδεση μεταξύ της κατανάλωσης ελαιολάδου και μιας μείωσης της εμφάνισης του καρκίνου του μαστού και της οστεοπόρωσης.
Και μια μελέτη του 1999 που πραγματοποιήθηκε στο Πανεπιστήμιο της Ιατρικής Αθηνών έδειξε ότι η μεσογειακή διατροφή μπορεί ακόμη και να βοηθήσει να προστατεύσει από την ρευματική αρθρίτιδα. Οι άνθρωποι που κατανάλωσαν το ελαιόλαδο και τα μέρη των μαγειρεμένων λαχανικών διέτρεχαν 39 τοις εκατό χαμηλότερο κίνδυνο από αυτήν την ασθένεια.

